Το θέατρο αναπόλησης αποτελεί μορφή του εφαρμοσμένου θεάτρου και παρουσιάζει συγγένεια με το θέατρο τεκμηρίωσης και το αυτολεξεί θέατρο. Βασίζεται σε αρχές της δραματοθεραπείας, της αφηγηματικής πρακτικής, της θεραπείας μέσω της τέχνης, καθώς και σε μεθοδολογικές αρχές του συστήματος Στανισλάφσκι και στοχεύει στην ανάδυση, αναγνώριση και δημιουργική επεξεργασία προσωπικών και συλλογικών αναμνήσεων. Αποτελεί μια καλλιτεχνική πρακτική που αξιοποιεί κυρίως τις εμπειρίες ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας, αναγνωρίζοντάς τα ως φορείς βιωμένης γνώσης. Η προσέγγιση αυτή εφαρμόζεται σε θεραπευτικά, εκπαιδευτικά και κοινοτικά πλαίσια, όπου η αναπόληση δεν λειτουργεί απλώς ως νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ως μέσο ενδυνάμωσης, προσωπικής συμφιλίωσης, κοινωνικής σύνδεσης και διατήρησης της συλλογικής μνήμης.
Η θεωρητική βάση του θεάτρου αναπόλησης συνδέεται με την έννοια της «ανασκόπησης ζωής» [life review], που εισήγαγε ο Robert N. Butler [Ρόμπερτ Ν. Μπάτλερ] το 1963. Σύμφωνα με τον Butler, η ψυχολογική ικανοποίηση στην ύστερη ηλικία συνδέεται με τη διαδικασία αναστοχασμού και επαναξιολόγησης των εμπειριών της ζωής. Η διαδικασία αυτή σχετίζεται με την έννοια της «ακεραιότητας του εγώ» που είχε περιγράψει ήδη από το 1950 ο Erik Erikson [Έρικ Έρικσον] στο πλαίσιο της θεωρίας της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης. Η «ακεραιότητα του εγώ» εκφράζει την αποδοχή της ζωής ως ολοκληρωμένης πορείας και τη συμφιλίωση του ατόμου με το παρελθόν του.
Στο θέατρο αναπόλησης, ωστόσο, η ανάμνηση δεν παραμένει απλώς προφορική αφήγηση. Μέσα από θεατρικές τεχνικές μετατρέπεται σε σκηνική δράση, εικόνα, ήχο και κίνηση. Η θεατρική μεταγραφή των βιωμένων εμπειριών, η οποία παρουσιάζεται σκηνικά είτε από τα ίδια τα άτομα που φέρουν τις μνήμες είτε από επαγγελματίες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες, προσδίδει ορατότητα και αξία σε αφηγήσεις που ενδέχεται να έχουν λησμονηθεί, υποτιμηθεί ή παραμεριστεί στο κοινωνικό πλαίσιο.
Σύμφωνα με την πρωτοπόρο του θεάτρου αναπόλησης Pam Schweitzer [Παμ Σβάιτσερ] το είδος αυτό συνιστά μια μορφή «θεάτρου της εμπειρίας», που βασίζεται στην πραγματική ζωή των συμμετεχόντων και συμμετεχουσών. Η Schweitzer δούλεψε εκτενώς με ηλικιωμένα άτομα στη Βρετανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μετατρέποντας τις αφηγήσεις τους σε σκηνικές δημιουργίες.
Οι παραστάσεις θεάτρου αναπόλησης συχνά προκύπτουν από συνεδρίες «δράματος αναπόλησης». Σε αυτές, ειδικά εκπαιδευμένοι εμψυχωτές και εκπαιδευμένες εμψυχώτριες αξιοποιούν τεχνικές του εκπαιδευτικού δράματος, όπως ο αυτοσχεδιασμός, η δημιουργική γραφή, η κίνηση, η μουσική και η χρήση αυθεντικών αντικειμένων της καθημερινής ζωής ως ερεθισμάτων μνήμης. Φωτογραφίες, τραγούδια, παλιά αντικείμενα, υφάσματα, καθώς και αισθητηριακά ερεθίσματα όπως γεύσεις και οσμές, ενεργοποιούν τη μνήμη όχι μόνο γνωστικά αλλά και σωματικά, συναισθηματικά και διαπροσωπικά.
Το θέατρο αναπόλησης αξιοποιείται επίσης στην εκπαίδευση, ιδιαίτερα σε διαγενεακά προγράμματα. Η διαγενεακή συνάντηση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές: νέοι και νέες δραματοποιούν τις αφηγήσεις ζωής ηλικιωμένων, οι ηλικιωμένοι παρουσιάζουν οι ίδιοι τις αναμνήσεις τους σε νεανικό κοινό ή οι δύο γενιές συνεργάζονται δημιουργικά για την αναπαράσταση της ιστορίας της κοινότητας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ενισχύονται η ενσυναίσθηση, η κοινωνική συνοχή και η διατήρηση της συλλογικής μνήμης.